Δημιουργία

*

*

*

*

*

*

Ξεχάσατε τον κωδικό σας;

*

ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Γεώργιος Δ. Καψάλης
Καθηγητής Ελληνικής Φιλολογίας
Παιδαγωγικού Τμήματος Δ.Ε.
Πρύτανης Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Θέμα Εισήγησης:
Αρχές και αξίες των Σαρακατσαναίων

Βασικός στόχος της εισήγησης είναι να αναδείξει τις αρχές και τις αξίες που διέπουν τον σαρακατσάνικο βίο και οι οποίες διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην ψυχική ενότητα και στην κοινωνική διαδρομή των Σαρακατσαναίων.
Σε ένα σύντομο εισαγωγικό μέρος θα προσδιοριστούν οι έννοιες των αρχών και των αξιών που θα αποτελέσουν τους άξονες για την ανάπτυξη του θέματος της εισήγησης.
Ακολούθως, με συγκεκριμένα παραδείγματα, από την ποιμενική ζωή, από την κοινωνική ζωή, από τη θρησκευτική και ιστορική ζωή, από την ίδια τη ζωή των Σαρακατσαναίων, θα παρουσιαστεί το αξιακό πλαίσιο που διαμορφώθηκε διαχρονικά και ακολουθήθηκε από τους Σαρακατσαναίους. Ενδεικτικές έννοιες αρχών και αξιών που θα αναπτυχθούν είναι η συνεργατικότητα, η αλληλεγγύη, η αυτάρκεια, οι ηθικές και θρησκευτικές αρχές, η οικογένεια, η ανθεκτικότητα και ο σεβασμός της φύσης, ο πατριωτισμός κ.λπ.
Παράλληλα, θα διαφανεί ο βαθμός που το συγκεκριμένο πλαίσιο αρχών και αξιών ισχύει και σήμερα, ενώ θα τεθεί ο προβληματισμός για μεταβίβασή του και στις επόμενες γενιές, στο βαθμό που αυτό εναρμονίζεται και συλλειτουργεί με τα σημερινά κοινωνικά δεδομένα.

Νάγια Δαλακούρα
Αρχαιολόγος – μουσειολόγος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ροδόπης
Υποψήφια Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Σαρακατσάνοι: πορεία και προοπτική στο χώρο των μουσείων

Γιώργιος Κ. Καπρινιώτης, επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων

Πολιτισμός των Σαρακατσαναίων και Τύπος.  Ιστορία και συμβολή του περιοδικού «ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ»

Κύριος σκοπός  της εισήγησης αυτής είναι  να αναδειχτεί η ανάγκη της  διάσωσης και διαιώνισης της σαρακατσάνικου πολιτισμού –και ιδιαίτερα της παράδοσης- μέσω του τύπου.
Η εισήγηση διαρθρώνεται σε δύο βασικούς άξονες:
Ο πρώτος  περιστρέφεται στις έννοιες τύπος και πολιτισμός και στην άμεση σχέση τους ως προς την καταγραφή, διάσωση, διατήρηση, ανάδειξη και διάδοση του πολιτισμού των Σαρακατσαναίων.   
Ο δεύτερος άξονας, ως απόρροια του πρώτου, αναφέρεται στο περιοδικό «ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ» της Αδελφότητας Σαρακατσαναίων Ηπείρου.
Αρχικά, μετά από σύντομη εισαγωγή, θα ασχοληθούμε με τις έννοιες πολιτισμός και τύπος. Ακολούθως, θα αναφέρουμε τη διάκριση του τύπου σε έντυπο και ηλεκτρονικό. Στη συνέχεια θα περιστραφούμε στην  ενότητα τύπου και πολιτισμού και θα τονίσουμε την ανάγκη να διασώσουμε όλες τις πτυχές του πολιτισμού των Σαρακατσαναίων.  
Η κύρια ευθύνη στη διάσωση του πολιτισμού ανήκει στους συλλόγους των Σαρακατσαναίων, με την καθοδήγηση και την εποπτεία της ΠΟΣΣ. Στην εποχή μας είναι αδιανόητο να διαδίδεται η παράδοση και γενικά ο πολιτισμός, μόνο με τον προφορικό λόγο, όπως συνέβαινε, κατά κύριο λόγο, στο παρελθόν.
Επίσης, θα τονίσουμε την ανάγκη να εκμεταλλευτούμε κάθε Σαρακατσάνο και κάθε Σαρακατσάνα, που έχουν μια κάποια ηλικία, γιατί αυτοί είναι οι τελευταίοι γνήσιοι φορείς της σαρακατσάνικου πολιτισμού και της σαρακατσάνικης παράδοσης.
Στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε ένα συγκεκριμένο  έντυπο,  στο περιοδικό «ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ»,  που διαδραματίζει άριστα το ρόλο του στο μέγα θέμα της διάσωσης,  ανάδειξης και  προβολής  του  σαρακατσάνικου πολιτισμού.
Θα αναφερθούμε σε θέματα σχετικά με το περιοδικό αυτό, όπως είναι η ύλη και το περιεχόμενο,  η πορεία , η αξία και η προσφορά του.  
Θα κλείσουμε την εισήγηση με επίλογο και βιβλιογραφία.

Μαρίνα Βρέλλη-Ζάχου, Καθηγήτρια Λαογραφίας  Παν/μίου Ιωαννίνων
Νάντια Μαχά-Μπιζούμη, Δρ Λαογραφίας Δ.Π.Θ,  Διδάσκουσα στο Τ.Ε.Ι. Αθηνών και στο Π.Μ.Σ «Μουσειακές Σπουδές» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών  
Νάγια Δαλακούρα, M.Α., Αρχαιολόγος- Μουσειολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, Υπ. Διδάκτωρ Παν/μίου Ιωαννίνων
 .

ΘΕΜΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ

«Οι Σαρακατσάνοι της Αγγελικής Χατζημιχάλη:
Τα έργα των χεριών τους στο αδημοσίευτο Αρχείο της»

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ύστερα από ανάθεση του Ιδρύματος Αγγελικής Χατζημιχάλη, η επιστημονική ομάδα, αποτελούμενη από τις συντάκτριες της παρούσας ανακοίνωσης, ανέλαβε την επεξεργασία του αδημοσίευτου υλικού του αρχείου της Αγγελικής Χατζημιχάλη, το οποίο περιλαμβάνει κατεξοχήν τις καταγραφές της πολύχρονης (προπολεμικά και μεταπολεμικά) μελέτης της αείμνηστης λαογράφου έργων και όψεων του υλικού πολιτισμού και των λαϊκών τεχνών των Σαρακατσάνων του ελλαδικού χώρου. Το έργο της ομάδας έχει ολοκληρωθεί και τελεί υπό δημοσίευση.
Η παρούσα ανακοίνωση έχει ως σκοπό να αναδείξει την άσκηση και τα αποτελέσματα της σπουδαίας ενδελεχούς επιτόπιας έρευνας στο πεδίο του υλικού λαϊκού πολιτισμού από την μη πανεπιστημιακή Ελληνίδα λαογράφο, πολύ πριν η ελληνική ακαδημαϊκή λαογραφία ενδιαφερθεί και ενσκύψει ουσιαστικά στην επιστημονική καταγραφή, διάσωση, μελέτη και  αξιοποίησή του.     

Δρ. Παναγιώτη Δ. Ντάσιου

Άγραφα, Σαρακατσαναίοι και οι στράτες τους  

Δήμος Αγράφων
Ο Δήμος Αγράφων βρίσκεται στα ΒΔ. του νομού Ευρυτανίας, αποτελεί τον πιο ορεινό δήμο της Ελλάδας και γειτνιάζει με τον Δήμο Καρπενησίου και τους νομούς Αιτωλοακαρνανίας και Καρδίτσας.
Η περιοχή των Αγράφων θεωρείται η θερινή μητρόπολη του κεντροελλαδικού ποιμενισμού, και  η «πλούσια σοδειά» που διηγούνται οι παλαιότεροι, δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά το αποτέλεσμα της μεγάλης κτηνοτροφίας του τόπου» .
Σαρακατσαναίοι
Ο Γεώργιος Αγραφιώτης, γράφει «Οι Σαρακατσιαναίοι, αυτούς που τουλάχιστον γνώρισα εγώ, θεωρούσαν για πατρίδα τους τα Άγραφα, εκεί που ξεκαλοκαίριαζαν τα κοπάδια τους για πάρα πολλά χρόνια.  Τα χειμαδιά θα μπορούσαν να τα αλλάξουν, το ξεκαλοκαιριό μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις.  Ήταν γραμμένοι στα δημοτολόγια των ορεινών δήμων και κοινοτήτων και εκεί ασκούσαν και τα εκλογικά τους δικαιώματα..» .
Ο αριθμός των Σαρακατσάνων με τα χρόνια περιορίστηκε.  Όχι μονάχα από  φθορές και καταστροφές που έχουν υποστεί οι ξωμάχοι αυτοί φερέοικοι  από τους αλλεπάλληλους  διωγμούς και τα διάφορα ενάντια γεγονότα (κατατρεγμός των Τούρκων, ελληνική επανάσταση, αλλεπάλληλοι πόλεμοι), αλλά κυρίως από τις κοινωνικές αλλαγές που οδηγούν στην εγκατάλειψη της νομαδικής ζωής.
Οι «στράτες» των Σαρακατσαναίων
Στράτα ονοματίζουμε τους δρόμους εποχικής μετακίνησης των νομάδων, πλάτους περίπου δεκαπέντε μέτρων.  
«Μια ζωή, ολάκερο σκοινί ζωής βλάχικης τεντωμένο απ’ τ’ Άγραφα πάνω ως τα ριζοβούνια του Βραχωριού κάτω κι ως πέρα το Ξηρόμερο και της Λεπενούς τον κάμπο.  Να η εικόνα στο κατέβασμα.  Και για να την μεγαλώσεις τράβα την και στον άλλο το δρόμο, που χωρίζοντας απ’ το Μεγάλο Ντερβένι, περνάει τη Μαγούλα της Τατάρνας – το μεγάλο γιοφύρι από τον καιρό του Αλή Πασά – ανεβαίνει στους Χαλκιόπουλους, πίσω απ την Καλάνα και πέφτει Καρβασαρά (Αμφιλοχία) και Βόνιτσα πέρα.  
Τέντωσέ την και κατά της Καρδίτσας τα μέρη, κόλλησε και την άλλη, την όμοια εικόνα που βλέπεις στο μεγάλο το ντερβένι, που περνάει τον Αγραφιώτη, ανεβαίνει στο Κεράσοβο (Κερασοχώρι), διαβαίνει της Μέγδοβας το γεφύρι, ανηφορίζει το Βελούχι, πέφτει στο Καρπενήσι και παίρνει το μεγαλόδρομο για τη Λαμία και τότε θα καταλάβεις τι πάει να ειπεί κατέβασμα των βλάχων στα χειμαδιά.»  

ΤΑ ΠΛΑΣΤΑ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ «ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ, ΤΑ ΠΕΝΤΕ, ΤΑ ΕΝΝΙΑΔΕΡΦΑ».

Σερμπέζης Βασίλης, Αν. Καθηγητής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης
Κωτσίνης Γιώργος, μουσικός - καλλιτεχνικός διευθυντής ωδείου «Φίλιππος Νάκας»

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Την ορολογία «πλαστά», ως ειδική κατηγορία των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, φέρεται να εισήγαγε ο  γερμανός Passow στις αρχές του 19ου αιώνα με το έργο του «Τραγούδια Ρωμαίικα» χωρίς να εξηγεί τα χαρακτηριστικά της. Σχεδόν ταυτόχρονα και στην ίδια λογική ο γάλλος Fauriel διατυπώνει την άποψη ότι τα πλαστά τραγούδια, στιχουργημένα στη λαϊκή γλώσσα, αποτελούν   μνημεία τα οποία εμφανίζονται τουλάχιστον κατά τον 15ο αιώνα και αναφέρονται, συνήθως, σε ιστορικά γεγονότα ή μυθοπλασίες που έχουν εθνική απήχηση, ερεθίζουν την περιέργεια, συναρπάσουν τη φαντασία και εκφράζουν, ως προς τη μορφή και το ύφος, την ποιητική τάση της εποχής για υπερβολή. Ο Kind, αποδεχόμενος απόλυτα την κατηγοριοποίηση των προηγουμένων, δημοσιεύει δέκα πλαστά τραγούδια ή παραλλαγές τους σε έκδοση του Χάρβαρτ το 1835. Ο Βλαχογιάννης θεωρεί  τα πλαστά, τραγούδια ανώτερης δημιουργίας, λόγια κι όχι λαϊκά, αποδίδοντας τη λέξη  στην ερμηνεία του fiction. Κατά κανόνα, ως πλαστά τραγούδια, αποτυπώνονται οι παραλογές και τα ακριτικά αλλά και μερικά που δεν ανήκουν στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις, όπως  το τραγούδι του Μενούση. Με δεδομένο και παρά το γεγονός ότι το δημοτικό τραγούδι δομικά αποτελεί ένα αριστουργηματικό επίτευγμα, ο λαός κατασκευάζει απλά τραγούδια, χωρίς έντεχνη επιτήδευση για τις μουσικές του ανάγκες εύκολα μπορεί να τεθεί η υπόθεση ότι οι σαρακατσάνοι , χωρίς γραπτό πολιτισμό, δεν έπρεπε να έχουν ιδιαίτερη σχέση με τα ανώτερα αυτά τραγούδια. Από τη σχετική βιβλιογραφική έρευνα προκύπτει ότι στους σαρακατσάνους παρατηρείται το αξιοπρόσεκτο ποσοστό 62,9% από το σύνολο των πλαστών τραγουδιών που καταγράφονται σε ελληνόγλωσσες και ξενόγλωσσες συλλογές ελληνικών τραγουδιών. Πώς και γιατί, όμως, μια κοινότητα που επιβίωσε χάρις στον εθιμικό της πολιτισμό υιοθέτησε σε τέτοιο βαθμό τραγούδια λόγια, όπως τα πλαστά, αναγνωρίζοντας ασυναίσθητα την αξία τους; Το παράδειγμα της σαρακατσάνικης εκδοχής του πλαστού τραγουδιού «Τα τέσσερα, τα πέντε, τα εννιάδερφα» μας δίνει την ευκαιρία να συγκρίνουμε τη μελορυθμική του πλοκή και θεματολογία με τις αντίστοιχες παραλλαγές αυτής της παραλογής του ελλαδικού χώρου καθώς και τη  στιχουργική του δομή που συναντάται σε όμοια ιαμβικά μέτρα.  Μελετώντας το δε γενικά από την σκοπιά της τραγουδοποιίας,  ανακαλύπτουμε ένα ανυπολόγιστης αξίας υλικό που διεκδικεί για λογαριασμό του «απλού» Σαρακατσάνου, δικαιώματα Τέχνης.

Μάγδα Ζωγράφου
Καθηγήτρια Ελληνικού
Παραδοσιακού Χορού-
Εθνοχορολογίας
ΕΚΠΑ

Περίληψη

«Τραγουδώντας τους χορούς μας»: ιδεολογική και συμβολική συγκρότηση της σαρακατσάνικης χορευτικής ταυτότητας

Με δεδομένο ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν σαφή βιολογικά κριτήρια για τον προσδιορισμό της ταυτότητας μιας εθνοτικής ομάδας, οι πολιτισμικές εκφάνσεις όπως η γλώσσα, η μουσική, ο χορός, τα έθιμα συγκροτούν εκείνα τα «εθνοδεικτικά» χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν τα όρια της ιδιαίτερης ταυτότητας. Ο χορός αποτελεί ένα ενδιαφέρον πεδίο πολιτισμικής διαφοροποίησης και η αξιοποίησή του στο πλαίσιο κοινωνικών δραστηριοτήτων, ακόμα και σήμερα, συμβάλλει στη διατήρηση του «συνανήκειν», διατηρώντας σε ικανοποιητικό βαθμό την ιδιαίτερη φυσιογνωμία μιας πολιτισμικής ομάδας.
Σκοπός αυτής της εισήγησης είναι να αναδείξει τη συμβολή της χορευτικής πρακτικής στη συμβολική συγκρότηση της σαρακατσάνικης ταυτότητας. Εξαιτίας του νομαδικού και αργότερα ημι-νομαδικού ποιμενικού βίου, ο χορός συνιστά τον ιδιαίτερο ‘τόπο’ και τρόπο διαχείρισης και διαπραγμάτευσης του αξιολογικού συστήματος της σαρακατσάνικης ομάδας, καλώντας όχι μόνο για την αναθέρμανση της μνήμης, αλλά για την αξιοποίηση εκείνων των χαρακτηριστικών  που αποτέλεσαν ρυθμιστικές αξίες του ιδιαίτερου νομαδικού βίου τους.  

Δρ. Μιμήνα Πατεράκη

«…και έχει προσδοκία και χαρά τούτος ο χορός, λεβεντιά και λαχτάρα»: Λαϊκές παραδόσεις και σύγχρονοι μύθοι: οι αναπαραστάσεις του χορού των Σαρακατσαναίων στον κινηματογράφο ως πολύσημες εικόνες.

Η παρούσα μελέτη ασχολείται με τις αναπαραστάσεις της λαϊκής χορευτικής δημιουργίας των Σαρακατσαναίων στο ντοκιμαντέρ, 25.000 χρόνια σε αυτή τη γη Σαρακατσάνικο οδοιπορικό (Νέστορας Μάτσας 1968). Προσεγγίζοντας τις ταινίες ως πεδία πλούσιου εθνογραφικού υλικού που συγκροτεί τόπους πολιτισμικής παραγωγής, προσωπικής εμπειρίας και κοινωνικής διάδρασης το παρόν κείμενο στοχεύει να αναδείξει πώς εμπλέκεται ο χορός μέσα από το κινηματογραφικό πλαίσιο  στη διαπραγμάτευση της ταυτότητας. Πιο συγκεκριμένα δίνεται έμφαση στους τρόπους με τους οποίους επιλεγμένα παραδοσιακά μοτίβα, αρχές, απόψεις, στρατηγικές συναντιούνται στον κινηματογραφικό χορό αναδεικνύοντας ιστορικούς σταθμούς πολιτισμικής παραγωγής όπου φανερώνονται με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση οι εκάστοτε κοινωνικές ζυμώσεις.  Η κυρίαρχη αντίληψη του οδοιπορικού ενδεδυμένη το μανδύα του «αυθεντικού» ως ένα απαράλλακτο κληροδότημα του μακρινού παρελθόντος συνδιαλέγεται με την συναισθηματική δύναμη του χορού. Ο διάλογος αυτός μας επιτρέπει να αναστοχαστούμε πέρα από τις φορμαλιστικές προσεγγίσεις και το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο παραγωγής της ταινίας. Μέσα από μικρές ρωγμές στη στατική και περιοριστική προσέγγιση των χορευτικών παραδόσεων στην Ελλάδα όπου κυρίαρχος είναι ο  ρόλος  του θεματοφύλακα, η συναισθηματική δύναμη του χορού προκαλεί προβληματισμούς για τη δυνατότητα της δημιουργικής του έμπνευσης στο παρόν.  

Κ’ΤΣΑΔΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ. ΠΟΙΟΣ ΟΜΩΣ;
Αραπίτσα Βασιλική MSc καθηγήτρια Φυσικής Αγωγής
Τσούνης – Τζίτζικας Κων/νος – Άρης καθηγητής Φυσικής Αγωγής - Λιμενικός

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο Κ’τσάδικος είναι απ’ τους πιο εντυπωσιακούς ανδρικούς χορούς των σαρακατσαναίων. Ακολουθώντας το σύνηθες πρότυπο της δίρυθμης δομής με πρώτο το λανθάνον ρυθμικά αργό μέρος και δεύτερο το ρυθμικό σήκωμα και εξαιτίας της κινητικής του ιδιορρυθμίας και δυναμικής που δημιουργείται κατά τη χορευτική πρακτική, έγινε ευρύτατα γνωστός τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Ποιός Κ’τσάδικος όμως; Μια απλή παρατήρηση σε τοπική ή πανελλήνια εκδήλωση καταδεικνύει περισσότερο τη ρυθμοκινητική αναρχία μεταξύ των διαφόρων σαρακατσάνικων ομάδων επίδειξης και διαχέει μια εικόνα σύγχυσης κάτι που δεν παρατηρείται σε μη σαρακατσάνικης καταγωγής ομάδες επίδειξης. Σε γενικές γραμμές, ως προς το σήκωμα του χορού, παρατηρούνται δύο περιπτώσεις: α) χορευτική φόρμα με συνεχόμενη ρυθμική αγωγή και στιγμιαίο αντιχρονισμό που αποκαθίσται στη συνέχεια και β) δεύτερη χορευτική φόρμα με διακοπή της ρυθμοκινητικής ροής στο τρίτο μοτίβο χωρίς αποκατάσταση της ρυθμικής τάξης. Έτσι επιτακτική καθίσταται η περαιτέρω η μελέτη της ταυτότητας της χορευτικής φόρμας του συγκεκριμένου χορού. Σκοπός της έρευνας είναι η μελέτη της ρυθμοκινητικής δομής του Κ’τσάδικου χορού για να προσδιοριστούν επακριβώς τα επί μέρους στοιχεία του ώστε να καταστεί δυνατή η ορθή αναπαραγωγή του μέσω της διδασκαλίας. Για το σκοπό αυτό κατασκευάστηκαν τρεις καρτέλες δομικής ανάλυσης με βάση την αναλυτική μορφολογική μέθοδο των Martin et Pessovar και ταξινομική χορολογική του Dance Study Group of the I.F.M.C., με τις ανάλογες προσαρμογές στις απαιτήσεις της έρευνας. Ως χορευτικό πρότυπο θεωρήθηκε η χορευτική φόρμα των σαρακατσαναίων γερόντων της περιοχής Έβρου και Ροδόπης όπως κατεγράφη σε επιτόπια έρευνα. Οι άλλες δύο δομικές αναλύσεις αφορούσαν τις δύο κατηγορίες των χορευτικών ομάδων που προαναφέρθηκαν. Από τη συγκριτική μελέτη των επί μέρους στοιχείων προέκυψε ότι στη συντριπτική πλειοψηφία των σαρακατσάνικων χορευτικών ομάδων επίδειξης παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις από τη χορευτική φόρμα των γερόντων με κύριο χαρακτηριστικό την διακριτή απόκλιση από το ρυθμοκινητικό και υφολογικό πρότυπο. Εξαίρεση αποτελούν οι ομάδες των συλλόγων σαρακατσαναίων Έβρου, Ροδόπης, Ξάνθης, Καβάλας, Λαγκαδά, Κιλκίς καθώς και όλες οι μη σαρακατσάνικες ομάδες εντός και εκτός Ελλάδος. Τα ανωτέρω ευρήματα καθιστούν επιτακτική την ανάγκη επιμόρφωσης των χοροδιδασκάλων των σαρακατσάνικων χορευτικών ομάδων.

Λέξεις κλειδιά: Κ’τσάδικος χορός, χοροί των Σαρακατσαναίων, δίρυθμοι χοροί, δομική ανάλυση του χορού.

ΤΑ ΚΟΥΔΟΥΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΡΜΑΤΩΜΑ» ΤΩΝ ΚΟΠΑΔΙΩΝ
ΣΤΗ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Λάμπρος Λιάβας
Καθηγητής Εθνομουσικολογίας Παν/μιου Αθηνών

«Να βγουν τα λάγια πρόβατα με τα λαμπρά κουδούνια…»

Η εισήγηση αναφέρεται στις διαφορετικές μορφές και είδη κουδουνιών, στον συμβολικό ρόλο και στις πρακτικές λειτουργίες τους στην ποιμενική ζωή των Σαρακατσάνων.
Τονίζεται ο πανάρχαιος αποτρεπτικός ρόλος του κουδουνιού και η λειτουργία του ως φυλαχτό (σε ανθρώπους, ζώα, εικόνες, γαμήλιο φλάμπουρο).
Με αφετηρία την ειδική εθνομουσικολογική έρευνα του Φοίβου Ανωγειανάκη για το ελληνικό κουδούνι, γίνεται αναφορά στην ονοματολογία και στην τυπολογία των κουδουνιών («κουδούνια», «τσοκάνια», «κυπριά», «καμπανέλια» και σφαιρικά), ανάλογα με το υλικό, την τεχνική κατασκευής, το σχήμα, το μέγεθος, το βάρος και τα ζώα για τα οποία προορίζονται (γίδια, πρόβατα, μουλάρια, σκυλιά), καθώς και στον τρόπο εφαρμογής τους στο λαιμό του ζώου.
Παρουσιάζονται στοιχεία για το «σκάλιασμα» (απόδοση συγκεκριμένου τονικού ύψους-«φωνής») στα σφυρήλατα και στα χυτά κουδούνια και ακολούθως για το «ταίριασμα» των κουδουνιών και τη λεπτή τέχνη στο «αρμάτωμα» των κοπαδιών.
Με την τέχνη αυτή, που στις μέρες μας απειλείται με εξαφάνιση, τα κουδούνια αναδεικνύονται σε πολύτιμο εργαλείο δουλειάς για τον τσοπάνη: από τον ήχο τους μπορεί να διακρίνει αμέσως το κοπάδι του, να ξεχωρίσει τα ζώα διαφορετικών κοπαδιών που ανακατεύτηκαν, αλλά και να καθοδηγήσει το κοπάδι στις διάφορες ώρες της ημέρας (σκάρο, στάλο, βοσκή κλπ). Συνταιριάζει μάλιστα και τον ήχο της φλογέρας του με την «αρμάτα» των κουδουνιών, ενώ προσαρμόζει ανάλογα την τεχνική παιξίματός του σε μια «ποιμενική συμφωνία» γεμάτη αρμονία!
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το ότι στο πένθος οι Σαρακατσάνοι όχι μόνο δεν παίζουν φλογέρα αλλά ξεκρεμάνε ή βουλώνουν με πανιά τα βαριοκούδουνα, επειδή ακριβώς ο «νηχός»-τους είναι γι’ αυτούς πηγή χαράς κι αισθητικής απόλαυσης.
Τέλος, μέσα από τη σχετική βιβλιογραφία εντοπίζονται αναφορές στα κουδούνια σε σαρακατσάνικα τραγούδια, προλήψεις, παροιμίες και λαϊκές ακφράσεις.

ΣΠΥΡΟΣ Ι. ΣΤΕΡΓΙΟΥ
ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Α.Π.Θ.
ΔΙΔΑΣΚΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤ.ΕΚΚΛ. ΑΚΑΔ.ΑΘ.

 
 «Η Σαρακατσάνικη ποδιά ΄΄παναούλα΄΄ της Ανατολικής Ρωμυλίας, ως αυτόνομο εικαστικό έργο».

Περίληψη

Ένα μικρό κεντητό κομμάτι σαρακατσάνικης δημιουργίας, που αποτελεί μέρος της παραδοσιακής φορεσιάς,  θα εξεταστεί στη παρούσα ανακοίνωση, σαν αυτόνομο έργο.    
Στη μελέτη αυτή θα γίνει αναφορά στη σαρακατσάνικη ποδιά ΄΄παναούλα΄΄, λόγω του μεγαλύτερου ενδιαφέροντος που παρουσιάζει και θα σχολιαστεί το εικαστικό μέρος της διακόσμησης της.
Το υλικό αυτής της εργασίας που γεωγραφικά  αντιπροσωπεύει τις περιοχές της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινή Νότια Βουλγαρία), δηλαδή τις περιοχές εκείνες όπου κατοίκησαν οι Σαρακατσάνοι της Θράκης κυρίως μετά το 1885, προέρχεται από το Λαογραφικό Μουσείο των Σαρακατσάνων στις Σέρρες (Λ.Μ.Σ.).
Η ιδιαιτερότητα αυτών των έργων που εντοπίζεται στην επιλογή των χρωμάτων και στους συνδυασμούς τους, ήταν ο κύριος λόγος και το βασικό κίνητρο για αυτή τη μελέτη, που είχε σαν στόχο να ερμηνεύσει εικαστικά, τα χαρακτηριστικά του σαρακατσάνικου κεντήματος όχι μόνο μέσα από τη συμβολική του πλευρά, αλλά κυρίως μέσα από τις χρωματικές και σχεδιαστικές του ποιότητες.
Τα χειροτεχνήματα λοιπόν αυτά ως γνήσια έργα λαϊκής τέχνης συνδέονται άμεσα με τη ζωή του ελληνικού λαού, έχουν ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον και αξίζει να αναδειχθεί και η καλλιτεχνική τους αξία.

Τίτλος ανακοίνωσης: Η γυναικεία σαρακατσάνικη ενδυμασία
(από Κατσουλάρη Παναγιώτα)
Περίληψη ανακοίνωσης
Α. Γενικά για τους Σαρακατσάνους-ναίους:  διαφορετικές εκδοχές προέλευσης  του ονόματός τους, γεωγραφική κατανομή, ασχολίες- η υφαντική τέχνη

Β. Οι τρεις  παραλλαγές-ποικιλίες της γυναικείας φορεσιάς:
1)Ήπειρος, Θεσσαλία, Δυτική Μακεδονία
2)Στερεά Ελλάδα, Αττική, Β. Πελοπόννησο και
3)Ανατολική Μακεδονία, ορεινή περιοχή Παρανεστίου Ροδόπης, Ανατολική Ρωμυλία και παλιότερα ως τον Αίνο.

Γ. Τα βασικά τμήματα-στοιχεία από τα οποία αποτελείται η τυπική γυναικεία σαρακατσάνικη ενδυμασία:
1)το κατασάρκι με τα πλεχτά χειρότια
2)το πουκάμισο με τα μανίκια και τα μπρουμάνικα
3)η φούστα με το κορμί
4)η εξωτραχηλιά ή ποδιά ή «ρούχο»
5) το σιγκούνι ή τσαμαντάνι ή ζωστάρι
6) το φουστάνι
7)η κάπα ή καπί ή κοζόκι
8) η ζώνα
9) η ποδιά ή παναούλα
10) η βελεντζούλα ή τσόλι
11)τα τσουράπια
12)τα καλτσούνια
13) το μαντήλι ή μπόχος

Δ. Κόμμωση και καλύμματα της κεφαλής
1) το καθημερινό κεφαλομάντηλο
2) ο νυφιάτικος κεφαλόδεσμος και τα κοσμήματα της κεφαλής
3) η «τσίπα», ένδειξη σεβασμού, ντροπής και τιμής (από εδώ η φράση «δεν έχεις τσίπα πάνω σου;»)

Ε. Τα κοσμήματα( ή αλλιώς τα άρματα ή ασήμια ή αλύσια ή χαϊμαλιά)
1)οι κομποθηλιές ή τα πιατσούρια
2)το σταυρωτό τσαπράζι ή διπλό κιουστέκι (το φόραγαν και οι άντρες)
3) το μονό κιουστέκι
4) οι κομποθηλιές ή θηλυκάρι ή πλάκα της μέσης ή το φώκι
5) τα βραχιόλια ή μπελετζίκια
6) το καρφοβέλονο ή κόπτσα με τον άλυσο
7) τα σκουλαρίκια

ΣΤ. Η Σαρακατσάνα νύφη
Η «τριανταφυλλιά»= το νυφικό της, χρώματος κόκκινου
Η «αρμάτα»= όλα τα κοσμήματά της φορεμένα τη μέρα του γάμου

Ζ. Σύγκριση των τριών παραλλαγών της ( Ήπειρος, Αττική, Θράκη)

Η. Ομοιότητες με την ανδρική σαρακατσάνικη ενδυμασία

Θ. Επίλογος

Ι. Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε
1)Αικατερινίδης Γ. « Το Λαογραφικό Μουσείο Σαρακατσάνων στις Σέρρες», Ανάτυπο απ’ το 10ο τόμο των «Σερραϊκών Χρονικών», Αθήνα 1989.
2) Βρέλλη-Ζάχου Μ. «Τα τσαρούχια και οι τσαρουχάδες στην Ήπειρο», Συμβολή στη μελέτη της λαϊκής υπόδησης, Π.Λ.Ι., Ναύπλιο 1991.
3)Μακρή Ε., Ζωή και Παράδοση των Σαρακατσαναίων, Ιωάννινα 1990.
4)Σκαφίδας Β., «Ήθη και έθιμα των Σαρακατσαναίων», Ηπ. Εστία 4(1955).
5)Φιλιππίδη Ε., « Η λατρευτική αφετηρία της θρακιώτικης σαρακατσάνικης ποδιάς», Πρακτικά Α΄ Συμποσίου Λαογραφίας Βορειοελλαδικού χώρου. Θεσσαλονίκη 1975.
6) Χατζημιχάλη Α., Η ελληνική λαϊκή φορεσιά, Αθήνα 1983.
7) Χατζημιχάλη Α., Οι Σαρακατσάνοι, Αθήνα 1957.

Οικονομική Οργάνωση Σαρακατσάνων: Νόρμες, Σχέσεις και Προσαρμογή

Δρ. Τριαντόπουλος Χρήστος
Ερευνητής ΚΕΠΕ
Δρ. Ηλιάκης Μιχαήλ
Ιστορικός
Δρ. Σταϊκούρας Παναγιώτης
Επίκουρος Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πειραιά
Δρ. Τσαμαδιάς Κωνσταντίνος
Καθηγητής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο

[Περίληψη]Ένα από τα πεδία των κοινωνικών επιστημών με έντονο διεπιστημονικό χαρακτήρα και ενδιαφέρον είναι η ανάλυση της εξελικτικής πορείας διακριτών κοινωνικών και πολιτισμικών ομάδων με χαρακτηριστικά νομαδικού βίου, τόσο μέσα στο χρόνο όσο και κατά την αλλαγή του γεωγραφικού και γεωπολιτικού χώρου. Μία από τις διαστάσεις της εν λόγω ανάλυσης, συνδυάζοντας –κυρίως– την ιστορία, τη λαογραφία και την οικονομική επιστήμη, είναι η οικονομική οργάνωση των εν λόγω ομάδων και πως αυτή εξελίχθηκε μέσα στο χρόνο και προσαρμόστηκε, αφενός, σε γεωπολιτικές αλλαγές (βλ. έθνη-κράτη, αστικό κράτος, κλπ) και, αφετέρου, σε οικονομικές αλλαγές (διεθνές εμπόριο, καπιταλιστική οργάνωση, οικονομικοί θεσμοί, κλπ). Σ’ αυτό το πλαίσιο, συνεπώς, οι Σαρακατσάνοι αποτελούν μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση κοινωνικής ομάδας με διακριτά λαογραφικά στοιχεία (εντός ενός ευρύτερου εθνικού πληθυσμού) και έντονα χαρακτηριστικά νομαδικού βίου, η οποία είχε συγκεκριμένες νόρμες οικονομικής οργάνωσης εντός, αλλά και εκτός, του «τσελιγκάτου» –που συνιστούσε, ως σχηματισμός, τον επιμέρους διακριτό κοινωνικό, οικονομικό και οικογενειακό διαχωρισμό της κοινωνικής ομάδας– και εναρμονίστηκε σταδιακά με τα νέα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα. Συγκεκριμένα, η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται, παράλληλα με την ανάλυση των νορμών της οικονομικής οργάνωσης εντός του «τσελιγκάτου», στη διερεύνηση των αλλαγών στην οικονομική οργάνωση των Σαρακατσάνων και των παραγόντων που συνετέλεσαν σ’ αυτές (α) πριν από τον απελευθερωτικό αγώνα του 19ου αιώνα, (β) κατά τη σύσταση και την οριοθέτηση του ελληνικού κράτους (19ος και αρχές 20ου αιώνα), και (γ) κατά την αστικοποίηση και (οικονομική) ανάπτυξη της χώρας (μεταπολεμική περίοδο). Πρόκειται για μία πρώτη προσέγγιση που επιχειρεί να σκιαγραφήσει την εν λόγω πορεία εξέλιξης και προσαρμογής, διαμορφώνοντας ζητήματα για περαιτέρω έρευνα.

Τίτλος ανακοίνωσης:
Άυλη πολιτισμική κληρονομιά και σύγχρονες πολιτισμικές πρακτικές:
Η περίπτωση των Σαρακατσαναίων

Περίληψη:
Η άυλη πολιτισμική κληρονομιά αποτελεί αναντίρρητα ένα από τους κομβικούς άξονες διαμόρφωσης και διαπραγμάτευσης των ταυτοτικών μορφωμάτων όλων των εθνοπολιτισμικών ομάδων. Η πρόσφατη εφαρμογή της Σύμβασης για την Προστασία της Άυλης Πολιτισμικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO που υπεγράφη το 2003 υπογραμμίζει την αναγκαιότητα σχεδιασμού και υλοποίησης δράσεων προστασίας, προβολής αλλά και αξιοποίησης των εκφάνσεών της. Έτσι, οι άυλες εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού, που συχνά ήταν στο περιθώριο έρχονται στο επίκεντρο των πολιτικών ανάπτυξης πολιτιστικής στρατηγικής. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ζώσες παραδόσεις των Σαρακατσαναίων φαίνεται να αποτελούν αφενός εκφάνσεις της πλούσιας πολιτισμικής τους κληρονομιάς και αφετέρου εκφράσεις του σύγχρονου πολιτισμικού τους γίγνεσθαι.
Η παρούσα ανακοίνωση εκκινεί από την παραπάνω διαπίστωση και φιλοδοξεί να προσεγγίσει το ζήτημα της ανάδειξης των άυλων εκφάνσεων της Σαρακατσάνικης πολιτισμικής κληρονομιάς στο πλαίσιο του μετανεωτερικού κόσμου. Για την πραγμάτωση της παραπάνω σύλληψης πρόκειται να παρουσιασθούν παραδειγματικές περιπτώσεις εκφάνσεων του Σαρακατσάνικου λαϊκού πολιτισμού που φαίνεται ότι αποτελούνπεδίο ανάπτυξης μετανεωτερικών πρακτικών ταυτοποίησης.

Δρ. Ζωή Ν. Μάργαρη
Εντεταλμένη Ερευνήτρια
Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας - Ακαδημία Αθηνών

Παύλος Δ. Κατρής, Πτυχ. Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (Α.Σ.Ο.Ε.Ε.)
Δημήτρης Λ. Τάγκας,  Διπλ. Μηχ/γος Μηχανικός Ε.Μ.Π.

Τα Γενεαλογικά Δένδρα των Σαρακατσαναίων. Συμπεράσματα και Σκέψεις

Εισαγωγή

Σκοπός της εισήγησης  είναι να παρουσιάσει το πώς η σύνταξη των Γενεαλογικών Δένδρων (ΓΔ) των Σαρακατσαναίων μπορεί να αποτυπώσει στοιχεία της πολιτισμικής τους ταυτότητας, ως σύνολο, και της πορείας τους που ακολούθησαν τους δύο τελευταίους αιώνες της νομαδικής τους ζωής, διάστημα το οποίο είναι δυνατό να συγκεντρωθούν γραπτά ή προφορικά αξιόπιστα στοιχεία. Η σύνταξη των ΓΔ, ιδίως όταν αυτά συνοδεύονται από ιστορικά στοιχεία της κάθε οικογένειας,  μπορεί να δώσει  μία βάση δεδομένων σε όσους θέλουν να αντλήσουν στοιχεία για την παραδοσιακή ζωή των Σ. (μετακινήσεις, τέλος νομαδικής ζωής), συμβάντα και γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία του κάθε δένδρου και αποτελούν συστατικό όχι μόνο της οικογενειακής τους ιστορίας αλλά και όλων των Σ..
Πηγές
Η βασική πηγή για τη σύνταξη των Γενεαλογικών δένδρων είναι η ιδιαίτερα εντυπωσιακή συλλογική μνήμη των Σ.. Οι τελευταίοι επιζώντες , οι περισσότεροι ηλικίας άνω των 80 ετών,  έζησαν μεγάλο διάστημα στις παραδοσιακές σαρακατσάνικες στάνες και σε εποχές που οι ενδογαμικές σχέσεις των Σ. ήταν σχεδόν γενικευμένες. Εποχές που άνθρωποι «κράταγαν το σόι», γνώριζαν τους συγγενείς τους, ακόμα  και εκείνους που «βγήκε το σόι», και αν είχαν ειδωθεί ποτέ, και επιπρόσθετα γνώριζαν το σόι εκείνων που «έκαναν αντάμα».
Οι γραπτές πηγές είναι ελάχιστες, κυρίως για τις περιοχές που  απελευθερώθηκαν μετά το 1912 (Μακεδονία, Ήπειρος, Θράκη). Μέχρι τότε στις περιοχές αυτές δεν τηρούνταν στις κοινότητες Δημοτολόγια και Μητρώα Αρρένων (Μ.Α.)τα οποία καθιερώθηκαν μετά την απελευθέρωσή τους. Σε αρχεία Κοινοτήτων της Τούρκικης εποχής απουσιάζουν οι Σ. γιατί δεν συμμετείχαν στα δρώμενα των τοπικών κοινωνιών. Η υποχρέωση σύνταξης των Μ.Α. από τις τοπικές κοινότητες έγινε με τον Νόμο «Περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί στρατολογίας», ΦΕΚ 59, 10-2-1915, με βάση τον οποίον καταρτίσθηκε σε κάθε κοινότητα  ειδικό Μ.Α.. Ο νόμος βέβαια αυτός δεν έδωσε τη δυνατότητα απόκτησης δικαιωμάτων βοσκής στους Σ. στις κοινότητες αλλά απλά μόνο υποχρέωση στράτευσης. Μπορούν να αξιοποιηθούν επίσης πληροφορίες από ληξιαρχικές πράξεις θανάτων που και αυτές επίσης είναι ελλιπείς, όπου έχουν διασωθεί, και αφορούν στο χρονικό διάστημα μετά το1930. Δεν αποκλείεται οι Κοινότητες να απέφευγαν να συντάξουν ληξιαρχικές πράξεις θανάτων για Σ. που διέμεναν στα όριά τους γιατί φοβόνταν ότι αυτό θα έδινε δικαιώματα βοσκής στους νομάδες Σ..Τα Δημοτολόγια των Κοινοτήτων ελάχιστα προσφέρουν  γιατί οι Κοινότητες υποχρεώθηκαν να γράψουν ως Δημότες τους Σ. το 1938.
Σημαντικά στοιχεία για τους Σ. του μεσοπολέμου περιέχουν οι στατιστικοί πίνακες της Αγγελικής Χατζημιχάλη.
Συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από τη μελέτη ΓΔ.
Η μελέτη των ΓΔ μπορεί να οδηγήσει στην εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων σχετικά με τις μετακινήσεις των Σαρακατσαναίων από μία περιοχή σε άλλη και τους λόγους από τους οποίους αυτές προήλθαν, τη χρονική περίοδο που έγιναν οι μετακινήσεις, για τις εποχικές μετακινήσεις των, για τους τόπους τους οποίους θεωρούν ως τόπους καταγωγής, την ενδογαμία, το τέλος της νομαδικής ζωής και τα μέρη στα οποία εγκαταστάθηκαν μόνιμα.
Τα γενεαλογικά Δένδρα των Σαρακατσαναίων της Ηπείρου
Το 2015 η Αδελφότητα των εν Αθήναις Σαρακατσαναίων Ηπείρου εξέδωσε το Λεύκωμα με τίτλο «Σαρακατσαναίοι της Ηπείρου, γενεαλογικά Δένδρα» την επιμέλεια της έκδοσης του οποίου είχαν οι εισηγητές. Στο Λεύκωμα αυτό περιλαμβάνονται τα γενεαλογικά δένδρα των Σ. της Ηπείρου, όσων από αυτούς εξακολουθούσαν να ζουν στην Ήπειρο νομαδική ζωή σε κάποιο διάστημα του 20ου αιώνα που ήταν ο  τελευταίος του νομαδισμού. Και τούτο γιατί κάποιοι Σ. έφυγαν από την Ήπειρο πριν τις αρχές του 20ου αιώνα ή διέκοψαν τη νομαδική ζωή και έγιναν ημινομάδες στην Ήπειρο ή εγκαταστάθηκαν μόνιμα.  Στο Λεύκωμα επίσης υπάρχουν τα δένδρα ορισμένων οικογενειών που τον 20ο αιώνα εγκατέλειψαν την σταθερή ή ημινομαδική διαβίωση, ενσωματώθηκαν πολιτισμικά με τους Σ. και ακολούθησαν τον τρόπο ζωής τους. Το Λεύκωμα Περιλαμβάνει  περίπου 13500 Σ. από τους οποίους  7100 είναι άνδρες και 6400 γυναίκες και προέρχονται   από περίπου 80 αρχικά Γενεαλογικά Δένδρα.  Στην εισήγηση εστιάζουμε σε συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν σε σχέση με την ενδογαμία στους Σ.
      Η  Ενδογαμία στους Σ.
Η ενδογαμία στους Σ. απετέλεσαν αντικείμενο μελέτης από πολλούς ειδικούς επιστήμονες που ασχολήθηκαν με την ζωή και την παράδοση των Σ. (Χατζημιχάλη, Καβαδίας, Ανθογαλίδου, Μαυρόγιαννης, Kambel κ.λπ). Τα στοιχεία τα οποία βέβαια διέθεταν οι παραπάνω μελετητές για την εξαγωγή συμπερασμάτων ήταν πολύ λιγότερα από όσα μπορεί να δώσει ένα πλήρες Λεύκωμα ΓΔ. Οι μελετητές της ζωής και παράδοσης των Σ. προσπαθούσαν να εξηγήσουν τους λόγους που επέβαλαν την ενδογαμία και τους κανόνες από τους οποίους διέπεται.
Τις ενδογαμικές σχέσεις των Σ.  δεν πρέπει να τις δούμε μόνο με το ποιοι ήταν οι κανόνες για τους βαθμούς συγγενείας που επέτρεπαν με βάση τους άγραφους όρους το γάμο αλλά πώς αυτές καθόρισαν τη δημιουργία των τσελιγκάτων και  πώς εξελίχθηκαν με την πάροδο των χρόνων σε σχέση με την ένταξη των Σ. στην υπόλοιπη κοινωνία.  
Να σημειωθεί ότι την εποχή που οι Σ. είναι νομάδες δεν υπάρχουν γάμοι μεταξύ Σ. (ανδρών και γυναικών) με βλαχόφωνους που και αυτοί επίσης έκαναν νομαδική ζωή και η εξήγηση είναι προφανώς η γλώσσα, πέρα από την όποια αντιπαλότητα λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας μεταξύ των ομάδων αυτών. Στην Ήπειρο και σχεδόν στους ίδιους τόπους με τους Σ. κινούνται οι Αρβανιτόβλαχοι, γνωστοί ως Καραγκούνηδες και χωρίς να έχουν καμία σχέση με αυτούς που στη Θεσσαλία ονομάζουν Καραγκούνηδες και φυσικά οι ημινομάδες Βλαχόφωνοι από την Πίνδο (Συρράκο, Βωβούσα, Μέτσοβο κ.λπ). Υπάρχουν όμως την εποχή αυτή ορισμένοι γάμοι ανδρών Σ. με γυναίκες από περιοχές που οι κάτοικοί τους έκαναν μετακινούμενη αλλά όχι νομαδική κτηνοτροφία (Ανώι, Γοργόμυλος).
Πριν από τη δεκαετία του 1920 οι διαδρομές στις μετακινήσεις των Σαρακατσαναίων ήταν μεγαλύτερες από ότι στο διάστημα που ακολούθησε. Στις μετακινήσεις τους αυτές ήρθαν σε επικοινωνία με Σ. άλλων περιοχών με τους οποίους ξεχειμώνιαζαν και ξεκαλοκαίριαζαν στον ίδιο τόπο με αποτέλεσμα να έχουμε την περίοδο αυτή γάμους Ηπειρωτών Σ. με Σ. εκτός Ηπείρου, κυρίως Θεσσαλία και Ξηρόμερο, φαινόμενο το οποίο μειώνεται αισθητά τα επόμενα χρόνια, όταν οι μετακινήσεις γίνονται όλο και πιο κοντινές.
Από τους βασικούς άγραφους κανόνες στην ενδογαμία των Σ. να αναφέρουμε ότι επιτρέπονταν ο γάμος πέρα από τον 6ο βαθμό συγγένειας, δηλαδή πέρα από τα δεύτερα ξαδέρφια, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ήταν αυστηρότεροι οι κανόνες από αυτούς του επίσημου Θρησκευτικού δικαίου. Από τους περίπου 3000 γάμους που υπάρχουν στοιχεία για να εξακριβωθεί ο βαθμός συγγένειας γύρω στις 10 περιπτώσεις τα ζευγάρια ήταν δεύτερα ξαδέρφια.
Απαγορευόταν να παντρευτούν δύο αδέλφια με δύο αδελφές. Υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις που παντρεύτηκαν θείος και ανεψιός δύο αδελφές ή θεία και ανεψιά δύο αδέλφια. Πάμπολλες βέβαια είναι οι περιπτώσεις που δύο πρώτα εξαδέλφια παντρεύονταν δύο αδελφές ή δύο αδέλφια παντρεύονταν δύο πρώτες εξαδέλφες. Αν παρουσιασθούν γραφικά περισσότερα του ενός γενεαλογικά δένδρα με τους γάμους μεταξύ των μελών τους βγαίνει ένα περίπλοκο σχέδιο που δείχνει πώς πλέκονταν τα κλαδιά του ενός δένδρου με το άλλο με αποτέλεσμα όλοι σχεδόν οι Σ. της Ηπείρου να είναι μεταξύ των συγγενείς.
Δεν ήταν επιτρεπτό να γίνεται «αλλαγή», δηλαδή αν ένας άνδρας από κάποια οικογένεια είχε παντρευτεί με μία γυναίκα από μια άλλη οικογένεια απαγορευόταν να ακολουθήσει γάμος άνδρα από το άμεσα συγγενικό περιβάλλον της γυναίκας με γυναίκα. Βέβαια αυτό δεν τηρούνταν απαρέγκλιτα και τούτο οφείλεται στο ότι οι κανόνες αυτοί περιόριζαν  τον διαθέσιμο κύκλο από τον μπορούσε ένας άνδρας ή μία γυναίκα να επιλέξει σύντροφο.
Παρατηρώντας την ενδογαμία σε συνάρτηση με το χρόνο, για το χρονικό διάστημα μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940 υπάρχει μείωση αλλά σε όχι τόσο μεγάλο βαθμό από τα χρόνια που ακολούθησαν. Στην περίοδο του μεσοπολέμου γίνεται με τη διάλυση των τσελιγκάτων αποχώρηση κάποιων νομάδων από τον παραδοσιακό τρόπο ζωής οπότε αρχίζουν σταδιακά να γίνονται γάμοι και με τους ντόπιους από τους τόπους στους οποίους έγινε εγκατάσταση. Βέβαια ορισμένοι Σ. από τους μόνιμα εγκατασταθέντες παντρεύονται με άτομα του σιναφιού τους των οποίων οι οικογένειες εξακολουθούν να ζουν νομαδικά.
Από τη δεκαετία του 1950, ιδιαίτερα δε μετά τη δεκαετία του 1960 η μείωση της ενδογαμίας είναι εντυπωσιακή και συνεχώς αυξανόμενη. Στους γάμους μεταξύ Σ. που γίνονται μετά τη δεκαετία του 1950 σπάει και η «ιεραρχία» μεταξύ των μεγάλων οικογενειών, αφού δεν υπάρχουν πλέον τα τσελιγκάτα τα οποία συντηρούσαν τον «ταξικό» διαχωρισμό σε τσελιγκάδες, σμίχτες και τσοπαναραίους.
Σήμερα ενδογαμία στους Σ. ουσιαστικά δεν υπάρχει.  Γίνονται βέβαια γάμοι μεταξύ Σ. σε ποσοστό όμως που οφείλεται στο ότι κάποιοι νέοι γνωρίζονται μέσα από κοινές εκδηλώσεις ή ζουν στον ίδιο τόπο. Οι λόγοι που κάποτε επέβαλαν την ενδογαμία έχουν εκλείψει και είναι φυσικό μαζί με αυτούς και το εντυπωσιακό φαινόμενο της ενδογαμίας των Σ.

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ  ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ
ΔΙΛΛΗΜΑΤΑ  ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

Γεώργιος Κ. Τσουμάνης

Περίληψη

Το θέμα της καταγωγής των Σαρακατσαναίων εξακολουθεί να προκαλεί το ενδιαφέρον των μελετητών αλλά και των ίδιων των Σαρακατσαναίων. Τούτο γιατί πολλές αντικρουόμενες απόψεις έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς, με αποτέλεσμα να συντηρείται ένα κλίμα συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων. Σκοπός μας είναι, όχι απλά να φέρουμε ένα θέμα ξανά στην επιφάνεια απαριθμώντας τις διάφορες θέσεις που ως σήμερα έχουν διατυπωθεί δημόσια, αλλά πρωτίστως να καταθέσουμε στις ήδη υπάρχουσες μια ακόμα, όσο μπορούμε τεκμηριωμένη και πειστική.
Η διερεύνηση του παρελθόντος των Σαρακατσαναίων επιχειρείται μέσα από δύο δρόμους, της επιστήμης και της παράδοσης. Η εργασία αξιολογεί τη χρονική στιγμή  που φαίνεται να παρουσιάζεται σε γραπτά κείμενα η λέξη Σαρακατσαναίοι, ξεκινώντας με την παραδοχή ότι πέρα από κάθε ετυμολογία δηλώνει έναν τρόπο ζωής. Υποστηρίζει ότι στοιχεία όπως, η  υποβάθμιση του κάμπου, η δημιουργία  των ορεινών χωριών, η ανάπτυξη των τσιφλικιών, καθώς και οι ιδιαίτερες πολιτικοοικονομικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, συνετέλεσαν στην ανάπτυξη  κτηνοτροφίας νομαδικής μορφής, όπως αυτή ασκήθηκε από τους Σαρακατσαναίους, αλλά και άλλους νομάδες. Παράλληλα γίνεται προσπάθεια αξιολόγησης στοιχείων, όπως της γλώσσας και της προφορικής παράδοσης των Σαρακατσαναίων για την καταγωγή τους με τις όποιες δυσκολίες αυτά ενέχουν. Αξιοποιώντας γραπτές και προφορικές πηγές, η εργασία υποστηρίζει ότι οι Σαρακατσαναίοι είναι δημιούργημα των χρόνων της Τουρκοκρατίας και δεν υπάρχουν ως ξεχωριστή πολιτισμική ομάδα η φυλή από τα αρχαία χρόνια.  
 
Θεματική περιοχή. Ιστορία και Σαρακατσαναίοι  

Χριστίνας Φ. Βαμβούρη-Δημάκη (Σχολική Σύμβουλος νομού Δράμας)
Πολυχρονίδου Μαρία (Μουσικοπαιδαγωγός)

Ανακαλύπτοντας βιωματικά πτυχές της Ιστορίας των Σαρακατσάνων

Οι Σαρακατσαναίοι έγραψαν τη δική τους πορεία στο χωρο-χρόνο της ελληνικής ιστορίας, μια πορεία συχνά επίπονη, αλλά εντυπωσιακή ως προς την ομοιογένεια που παρουσιάζουν στη γλώσσα, στα ήθη, τα έθιμα και τον τρόπο ζωής.  Εν τούτοις, ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας τους είναι μάλλον άγνωστo. Προς τούτο, σχεδιάστηκε και εκπονήθηκε ένα σχέδιο διδασκαλίας, με σκοπό να φέρει σε επαφή τους μαθητές που δεν έλκουν την καταγωγή από τους Σαρακατσαναίους, με την ιστορία αυτού του αρχαίου, σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, ελληνικού νομαδικού λαού.
Η έρευνα που προηγήθηκε της εκπόνησης του σχεδίου διδασκαλίας, στηρίχθηκε στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, σε δημοσιεύματα του Τύπου και σε σαρακατσάνικα δημοτικά τραγούδια. Όσον αφορά στα τελευταία, αυτά θα συνδεθούν με την ιστορία των Σαρακατσαναίων και θα καταδειχθεί πώς αντικατοπτρίζουν πτυχές της καθημερινότητας των Σαρακατσαναίων, αλλά και στιγμές της μικροϊστορίας τους.
Οι μαθητές θα κληθούν, μέσα από φύλλα εργασίας να ανακαλύψουν τη νέα γνώση στηριζόμενοι στην ήδη υπάρχουσα, στηριζόμενοι σε υλικό που οι ίδιοι θα εντοπίσουν μέσα από το διαδίκτυο, τον Τύπο και συνεντεύξεις από Σαρακατσαναίους που ζουν στην περιοχή τους. Τελικό προϊόν θα είναι ένα DVD το οποίο θα περιλαμβάνει τις εργασίες τους και τα καλλιτεχνικά τους έργα με σκηνές από τη ζωή των Σαρακατσαναίων, εμπνευσμένες από συγκεκριμένα σαρακατσάνικα δημοτικά τραγούδια.  

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΉΣ ΚΑΘ. ΑΝΩΤ.
ΕΚΚΛ. ΑΚΑΔΗΜ. ΑΘΗΝΑΣ

«Αδελφοποιία και Σαρακατσάνοι».

Περίληψη

       Από τη μελέτη της λαϊκότροπης ακολουθίας «Εἰς ἀδελφοποιίαν», την οποία συναντούμε σε παλαιά βυζαντινά ευχολόγια και έλκει την καταγωγή της από προχριστιανικό λαϊκό έθος, εξετάζουμε την πιθανότητα χρήσης αυτής της ακολουθίας από τους Σαρακατσάνους  και μάλιστα  το ενδεχόμενο ιερολογίας της από κληρικούς που υπηρετούσαν ως εφημέριοι των ορεινών όγκων, όπου οι Σαρακατσάνοι δραστηριοποιούνταν.
      Εκκλησιαστικοϊστορικά, έχει διαπιστωθεί ότι η συγκυριακή, σύμφωνα με τους λειτουργιολόγους, ακολουθία του Ευχολογίου στόχευε στην ανάπτυξη άρρηκτων δεσμών αλληλεγγύης και επομένως αδελφοποιήσεως ορισμένων ατόμων, αλλά και κοινωνικών ομάδων ανδρών, αποκλειστικά για την ενδυνάμωσή τους στην αντιμετώπιση  μικρών  ή μεγάλων πολεμικών συμπλοκών, αλλά και καθημερινών κινδύνων εξαιτίας ληστρικών επιδρομών. Γι’ αυτό,  μετά τα μέσα του ΙΘ΄ αιώνα, όταν  εξέλιπαν εν πολλοίς οι κίνδυνοι και πολλές κοινωνικές ομάδες αστικοποιήθηκαν, η Εκκλησία εναντιώθηκε στη συνέχιση της ιερολογίας αυτής της ακολουθίας, εκφράζοντας  τη θέση της  σε επίσημα Συνοδικά κείμενα, δεδομένου ότι υπήρχε ο κίνδυνος παράχρησης της ακολουθίας.
Ο Σταυρωτός  κλέφτικος  χορός  των Σαρακατσάνων, που σύμφωνα με το έθιμο χορευόταν από τέσσερεις ή και από δύο άνδρες, οι οποίοι χορεύοντας  σχημάτιζαν μεταξύ τους σταυρό ως «Σταυραδελφοί», αποτελεί δείγμα της τέλεσης αυτού του προχριστιανικού λαϊκού εθίμου και, καθόσον αφορά στους Σαρακατσάνους, της ενδεχόμενης ιερολογίας της «Αδελφοποιίας» μέσω της εκκλησιαστικής πράξης.

Αικατερίνη Πολυμέρου -Καμηλάκη, τ. Διευθύντρια, Επιστημονική συνεργάτης του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών,

«Η συμβολή των πατριδοτοπικών συλλόγων στην πολιτιστική ζωή των αστικών κέντρων. Η περίπτωση των Σαρακατσάνων».

Παναγιώτης Καμηλάκης, τ. Ερευνητής του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών,

«Η εξορία των Σαρακατσάνων της Πιερίας από τους Τούρκους στην
Βόρεια Μακεδονία και το σχετικό τραγούδι».

Απόστολος Γ. Βαλάκος
Δικηγόρος Αθηνών

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ
*************
Το Δίκαιο των Σ. στην παραδοσιακή μορφή της «κλειστής» κοινωνικής οργάνωσής  τους υπό τη μορφή του τσελιγκάτου ήταν άγραφο και εθιμικό, καθώς ρύθμιζε σχέσεις απλές που μεταβάλλονταν αργά και δεν υπήρχε οργανωμένη νομοθετική εξουσία. Κατατάσσεται στην πρώτη από τις τρεις ιστορικές φάσεις του δικαίου, που δηλώνεται στην Οδύσσεια ως «δίκη» - υπόδειγμα κοινωνικής συμπεριφοράς διαπλασσόμενο από τα ήθη ορισμένης ομάδας, στην οποία η συμβίωση κυριαρχείται από την παράδοση και αγνοεί την αυθεντία των δικαστηρίων ή του νομοθέτη.
Την τήρηση της διαμορφωμένης εθιμικής πρακτικής – κανόνων δικαίου που επιτάσσουν ή απαγορεύουν ορισμένη συμπεριφορά διαφυλάσσουν οι διάφορες ομάδες και τα πρόσωπα ορισμένου κύρους - υπόστασης (τσέλιγκας, αρχηγός οικογένειας, γέροντες συνόλου). Δεν υπάρχει εξουσία με δικαστικές αρμοδιότητες, πρωτεύον όργανο απονομής δικαιοσύνης είναι ο τσέλιγκας, ενώ εφαρμόζεται και η πανάρχαια παράδοση της διαιτησίας με την κρίση τρίτου προσώπου με κύρος ή άλλες ιδιότητες. Στους Σ. Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης λειτουργούσαν τα «σ’ναφικά δικαστήρια», που συγκροτούνταν από γεροντότερους του τσελιγκάτου και έκριναν διαφορές των μελών του.
Η ιδιομορφία του Σ. Δικαίου και της λειτουργίας του βρίσκεται στο ότι, ενώ δεν υπήρχε οργανωμένος σχηματισμός για την εκτέλεση των άτυπων αποφάσεων, αυτές ενεργοποιούνταν χάρη στην κοινωνική πίεση και τη δύναμη της κοινής γνώμης, αφού όλες οι ομάδες (οικογένεια, τσελιγκάτο, Σαρακατσάνικη κοινωνία) εξανάγκαζαν σε ορισμένη πρακτική και ενδεχόμενη μη συμμόρφωση του παραβάτη επέφερε τον στιγματισμό ή και αποκλεισμό του. Οι κανόνες του είχαν βαρύνουσα επιρροή από την Ηθική.    
Συνοπτικά για τις ρυθμίσεις του :
Ως προς τα αδικήματα, ανθρωποκτονία ενεργοποιούσε τη βεντέτα, αρπαγή γυναίκας με σκοπό τον γάμο συνηθίζονταν με πιθανές συγκρούσεις, κλοπή ζώων συνέβαινε και είχε ιδιαίτερη αντιμετώπιση, καθότι, ως κατάλοιπο της ληστείας, θεωρούνταν και παλικαριά, αυτοδικία εφαρμοζόταν ιδίως σε καταπατήσεις - έριδες για βοσκοτόπους, παρεκτροπή γυναίκας από τους αυστηρούς κανόνες ηθικής συνεπάγονταν κυρώσεις κλπ.  
Στις οικογενειακές σχέσεις υπήρχε η μνηστεία, με μη ανεκτή την υπαναχώρηση, στον γάμο υπήρχαν κωλύματα, ιδιαίτερα συγγένειας και εφαρμοζόταν ενδογαμία, η επιλογή συζύγου ανήκε στον πατέρα, υπήρχε η προίκα και η κοινοκτημοσύνη των συζύγων, ο γάμος περιόριζε την αυτοτέλεια της γυναίκας και ποτέ δεν λυνόταν με διαζύγιο, δεν γίνονταν δεκτά τέκνα γεννημένα έξω από γάμο κλπ.             
Οι περιουσιακές σχέσεις ήταν περιορισμένες, η κληρονομική διαδοχή ήταν εθιμική, χωρίς διαθήκη κλπ.   

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ

Νικολάου Ηλ. Κατσαρού

ΤΙΤΛΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ: ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΑΙΩΝ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΠΟΥ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΜΟΝΙΜΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΤΟΥΣ.

Περίληψη Περιεχομένου:
Την ελληνικότητα των Σαρακατσιαναίων, την ελληνική τους γλώσσα, και ελληνική εθνική τους συνείδηση και το ότι είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι την αποδέχονται οι πάντες. Μερικοί ελάχιστοι που αμφισβήτησαν την ελληνική τους καταγωγή το έκαναν προς εξυπηρέτηση εθνικιστικών σκοπιμοτήτων και θυσίασαν στο βωμό των επιδιώξεων κάποιας προπαγάνδας το επιστημονικό τους κύρος και την αξιοπρέπειά τους.
Η ελληνική καταγωγή των Σαρακατσιαναίων πέραν της γλώσσας τους αποδεικνύεται και από τα ήθη και τα έθιμα τους, τις παραδόσεις τους, τον πολιτισμό τους, την υφαντική και ξυλογλυπτική τους τέχνη, όπως επισημάνθηκε από σοβαρούς επιστήμονες.
Η μόνη εκκρεμότητα που απομένει είναι το πρόβλημα αν είχαν ποτέ συγκεκριμένο τόπο καταγωγής και τόπο μόνιμης κατοικίας στον ελλαδικό χώρο ή αν ήταν απόγονοι αρχαίων νομάδων ποιμένων.
Για το πρώτο ζήτημα υποστηρίζεται ότι αν είχαν τέτοιο τόπο αυτός πρέπει να βρισκόταν στην νότια Ήπειρο και κυρίως στα Τζουμέρκα, στην Αιτωλοακαρνανία ή τα Άγραφα. Οι υποστηρικτές αυτής της εκδοχής στηρίζονται στις ομοιότητες που υπάρχουν στα γλωσσικά ιδιώματα των Σαρακατσιαναίων και αυτών των περιοχών. Όλα λένε είναι «βόρεια ιδιώματα». Ναι αλλά μόνο ως προς την προφορά των λέξεων, όχι προς το γραμματικό περιεχόμενο.
Το γλωσσικό ιδίωμα των Σαρακατσιαναίων, πέρα τα άλλα που αναφέρθηκαν (έθιμα, παραδόσεις, κ.λ.π) είναι το κυρίαρχο στοιχείο και στη  λύση του προβλήματος του τόπου καταγωγής κλπ. Αυτό το αποδέχονται οι ειδικοί επιστήμονες που ασχολήθηκαν με το ζήτημα. Και έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί ο τρόπος ζωής των Σαρακατσιαναίων το διαφύλαξε αναλλοίωτο ή ελάχιστα επηρεασμένο από το περιβάλλον. Το ίδιο και τα έθιμα τους, η ενδογαμία τους, η μη κατοίκησή τους στα χωριά, αλλά στις στάνες τους κ.λ.π.
Για την αποδοχή ή μη της εκδοχής αυτής ως προς την καταγωγή κ.λ.π συνέκρινα τις λέξεις του λεξιλογίου των Τζουμέρκων, της Αιτωλοακαρνανίας και των Αγράφων με τις αντίστοιχες λέξεις του Σαρακατσιάνικου γλωσσικού ιδιώματος, Σε λεξιλόγια αυτών των περιοχών, που αναφέρονται οι «σημαντικότερες λέξεις», όπως αναφέρουν υπάρχουν:
Α) Στα τζουμερκιώτικα κ.λ.π, περίπου 3.000 λέξεις και 1.002 αλληγορίες. Στους Σαρακατσιαναίους είναι παντελώς άγνωστες οι 1.158 λέξεις και οι 379 αλληγορίες, δηλαδή ένα ποσοστό 38,6 % στις λέξεις και 30% στις αλληγορίες.
Β) Στα αγραφιώτικα λεξιλόγια αναγράφονται 2.378 λέξεις, που τις χαρακτηρίζουν ως σημαντικότερες της Αγραφιώτικης ντοπιολαλιάς. Από αυτές είναι τελείως άγνωστες στους Σαρακατσιαναίους 470 λέξεις, δηλαδή ένα ποσοστό περίπου 20%.
Η μη χρήση από τους Σαρακατσιαναίους ενός τόσο μεγάλου ποσοστού λέξεων των κατοίκων αυτών των περιοχών που ήταν τα ξεκαλοκαιριά των Σαρακατσιαναίων, οι τόποι της προσωρινής διαμονής τους επί 6-7 μήνες το χρόνο, κατά τους οποίους ναι μεν έμεναν έξω από τα χωριά στις στάνες τους, αλλά είχαν και κάποιες επαφές με τους ντόπιους χωρικούς, τους «παλιοχωρίσιους», όπως τους έλεγαν, σημαίνει με μεγάλη πιθανότητα ότι ποτέ σ’ αυτές τις περιοχές δεν υπήρχε τόπος καταγωγής ή μόνιμης κατοικίας τους.
Και απομένει το ερώτημα: Είχαν ή όχι κάπου αλλού στην Ελλάδα μόνιμη κατοικία και τόπο καταγωγής; Κανένας δεν αναφέρει κανένα τέτοιο τόπο, τόσο από ειδικούς επιστήμονες που ασχολήθηκαν με το θέμα, όσο και από τους ίδιους τους Σαρακατσιαναίους. Ούτε υπάρχει κάποια παράδοσή τους για ένα τέτοιο τόπο.
Ύστερα από αυτό και τον αποκλεισμό των Τζουμέρκων κ.λ.π οδηγούμαστε στην αποδοχή της εκδοχής ότι «οι Σαρακατσιαναίοι είναι απόγονοι Ελλήνων αρχαίων ποιμένων νομάδων». Σ’ αυτό συμφωνούν οι Αντ. Κεραμόπουλος, Π. Αραβαντινός, Ν. Γιαννόπουλος, C. Höeg, Aγγ. Χατζημιχάλη, Γ. Καββαδίας, Δ. Γεωργακάς και άλλοι.

Κορυφή